Στο θέατρο Radar ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά η παράσταση «Βρικόλακες» του Χένρικ Ίψεν, το οποίο παρότι γράφτηκε το 1881, το κείμενο παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο, φωτίζοντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια τις κοινωνικές συμβάσεις, την ασφυκτική ηθική του καθωσπρεπισμού και την καταπίεση που –τότε όπως και σήμερα– βαραίνει ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Στη φετινή παραγωγή, η ηθοποιός Σοφία Αγγελικοπούλου, η οποία υποδύεται τη Ρεγγίνα επιχειρεί ένα βαθύ ψυχικό ταξίδι, αναζητώντας την «αλήθεια» των ηρώων και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία και τα δεσμά του παρελθόντος. Με αφορμή τον ρόλο της και την ιδιαίτερη πρόσληψη του έργου, μιλά για τις προκλήσεις της σκηνικής απόδοσης, τα μηνύματα του Ίψεν και τη δύναμη της ελπίδας που εξακολουθεί να αγγίζει το σημερινό κοινό.
Φέτος πρωταγωνιστείτε στο θεατρικό έργο του Χένρικ Ίψεν, «Βρικόλακες», στο θέατρο Radar. Τι σας εντυπωσιάζει περισσότερο στο συγκεκριμένο έργο;
Αν και γράφτηκε το 1881, το έργο παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Ο καθωσπρεπισμός και οι μικροαστικές αντιλήψεις της κοινωνίας και της εκκλησίας, η καταπίεση της γυναικείας υπόστασης εξακολουθούν -ακόμη και το 2025- ν’ αφήνουν το αποτύπωμά τους.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να αποδοθεί σωστά το ύφος του Ίψεν στη σκηνή;
Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα είναι πάντα η «αλήθεια» -η αλήθεια των ηρώων, ο τρόπος που σκέφτονταν, ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούσαν. Η ανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων είναι το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο ουσιαστικό βήμα, ώστε να μπορέσεις να συνδεθείς πραγματικά με τον ρόλο και, κατ’ επέκταση, με το ίδιο το έργο.
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το βασικό μήνυμα που θέλει να μεταδώσει ο Ίψεν στο κοινό;
Ίσως ακουστεί κοινότυπο, αλλά ο Ίψεν ήταν πραγματικά πολύ μπροστά απ’ την εποχή του. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο ανέβασμα του έργου του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ακριβώς λόγω της τόλμης του. Οι άνθρωποι συχνά εγκλωβίζονται στις αντιλήψεις και τα πρότυπα της κοινωνίας κάθε εποχής -δεν είναι πραγματικά ελεύθεροι. Πιστεύω, λοιπόν,
πως ο Ίψεν ήθελε μέσα απ’ το έργο του να αφυπνίσει το κοινό, να το κάνει να σκεφτεί διαφορετικά.
Εσείς υποδύεστε τη Ρεγγίνα. Πως προσεγγίσατε τον συγκεκριμένο ρόλο συναισθηματικά και ψυχολογικά;
Η Ρεγγίνα είναι ένα κορίτσι για το οποίο άλλοι αποφάσισαν – κάτι σύνηθες για την εποχή. Ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υποταχτεί. Θέλει να πάρει τη ζωή στα χέρια της, να ονειρευτεί και να ελπίζει για ένα καλύτερο μέλλον -τολμηρά βήματα για εκείνη την εποχή. Μετά από πολλές συζητήσεις και υπό την καθοδήγηση της Κας Παπαστάθη, εισχωρήσαμε σιγά-σιγά στον ψυχισμό της -βήμα βήμα.
Τι συμβολίζει για το έργο η φυγή της Ρεγγίνας προς μια νέα ζωή; Είναι πραγματική ελπίδα ή άλλη μια ψευδαίσθηση;
Η Ρεγγίνα δεν το βάζει κάτω. Δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι η ζωή της θα καθορίζεται από άλλους. Έχει την ανάγκη να ελπίζει και, στο τέλος, να βρει το θάρρος -παίρνοντας κάθε ρίσκο- να φύγει και να πάρει τη ζωή στα χέρια της, με όποιο κόστος. Θεωρώ ότι αυτή της η κίνηση συμβολίζει την απόλυτη ελευθερία.
Ποιος απ’ τους χαρακτήρες θεωρείτε ότι κουβαλά τους «πιο ισχυρούς βρικόλακες» του παρελθόντος;
Θεωρώ πως η Κα Άλβινγ είναι εκείνη που κουβαλά πιο συνειδητά αυτό το βάρος. Έχει ενοχές επειδή έκρυψε την αλήθεια και ζει εγκλωβισμένη μέσα στις κοινωνικές προκαταλήψεις. Παρότι αντιλαμβάνεται ποιο είναι το σωστό, επιλέγει να υποταχθεί στους κανόνες που επιβάλλει η κοινωνία.. επιλέγει τελικά τη σιωπή.
Υπάρχει κάποια στιγμή στην παράσταση που σας συγκινεί ιδιαίτερα;
Η τελευταία σκηνή του έργου… η κάθαρση. Βλέπουμε το «γκρέμισμα» δύο ανθρώπων -του Όσβαλντ και της κυρίας Άλβινγκ- αλλά ταυτόχρονα και την απελευθέρωσή τους απ’ τα δεσμά που του είχαν επιβληθεί. Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο μετά απ’ αυτό. Ναι, με συγκινεί βαθιά η προσπάθειά τους να αποτινάξουν από μέσα τους τους δικούς τους «Βρικόλακες».
Ποιο είναι, τελικά, το μήνυμα που θα θέλατε να πάρει το κοινό φεύγοντας από την αίθουσα;
Να συνειδητοποιήσουμε ότι οι παλιές αντιλήψεις είναι βαθιά ριζωμένες μέσα μας. Αυτό το «τι θα πει ο κόσμος» το κουβαλάμε, λίγο-πολύ, σαν μια βαριά παρακαταθήκη -κι αυτό μας εμποδίζει να είμαστε ελεύθεροι. Εύχομαι, μετά το τέλος της παράστασης, να ξαναβρούμε τη χαμένη ελπίδα και το θάρρος να διεκδικήσουμε τη δική μας ελευθερία.
Τι καθιστά το συγκεκριμένο θεατρικό έργο τόσο επίκαιρο, παρόλο που γράφτηκε το 1881;
Το έργο παραμένει επίκαιρο γιατί εμείς, οι άνθρωποι, συνεχίζουμε να εγκλωβιζόμαστε στα στερεότυπα της κοινωνίας. Φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια -τόσο στους άλλους όσο και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η καταπίεση μέσα στην οικογένεια εξακολουθεί να υπάρχει. Και ο Ίψεν μας υπενθυμίζει την ανάγκη που όλοι πρέπει να έχουμε για αλήθεια και ελευθερία.