Μία εργασιακή δυστοπία που έγινε πραγματικότητα
Μπορεί όταν πρωτοανέβαινε το έργο του Μάικ Μπάρτλετ προ δεκαπενταετίας να έμοιαζαν οι εργασιακές συνθήκες της πρωταγωνίστριας ως ένας μακρινός εφιάλτης, που θα αργούσε να έρθει και στη χώρα μας, οι συνεχιζόμενες κρίσεις όμως στο μεσοδιάστημα με την αύξηση της ανεργίας και των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, καθώς και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας με την είσοδο των πολυεθνικών "μεγαθηρίων" και στην εγχώρια αγορά κάνουν το κείμενο να φαντάζει άμεσα επίκαιρο.

Ουσιαστικά η παράσταση διαδραματίζεται μέσα στο γραφείο της προϊσταμένης ( Κάτια Γέρου ), η οποία και εκπροσωπεί τη διοίκηση της εταιρείας, που προσπαθεί τεχνηέντως να θέσει υπό τον έλεγχό της τη νέα της υπάλληλο ( Μαριλίτα Λαμπροπούλου ). Πίσω από το επιτηδευμένα χαμογελαστό πρόσωπο του αφεντικού κρύβεται η διάθεση χειραγώγησης και η προάσπιση των συμφερόντων της πολυεθνικής, που αντιμετωπίζει τους υπαλλήλους λιγότερο ως ανθρώπους και περισσότερο ως "αντικείμενα", που ανήκουν στους απρόσωπους ιδιοκτήτες της.
Το ανάλαφρο κλίμα στο ξεκίνημα σταδιακά μετασχηματίζεται σε μία ασφυκτική ατμόσφαιρα με έντονα δραματικά στοιχεία, μέσα στην οποία η πρωταγωνίστρια μετατρέπεται σε "γρανάζι" της εταιρείας, χάνοντας την ιδιωτικότητά της και θυσιάζοντας την προσωπική της ευτυχία. Ο Μπάρτλετ δημιουργεί μία μαύρη κωμωδία με έντονα συμβολικά στοιχεία, παρουσιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες "φυλακίζουν" τους υπαλλήλους τους και το πώς οι τελευταίοι παγιδεύονται στις υποσχέσεις των πρώτων και στις δικές τους φιλοδοξίες.
Οι αναφορές στις διαπροσωπικές σχέσεις και στην προσωπική ζωή των εργαζομένων, όσο υπερβολικές και αν δείχνουν, δεν απέχουν, δυστυχώς, και πολύ από τις τάσεις της σύγχρονης πραγματικότητας, που έχουν περάσει από τη μία μεριά του Ατλαντικού στην άλλη. Το κυνήγι των αριθμών, του κέρδους και των επιδόσεων επισκιάζει την ποιότητα ζωής των εργαζομένων με την παρακολούθηση εντός και εκτός εταιρείας να δημιουργεί ένα οργουελικό σκηνικό, το οποίο βιώνεται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους, που ζουν για τη δουλειά τους.
Σε αντίθεση με πρόσφατες, περισσότερο μινιμαλιστικές και μοντέρνες αποδόσεις επιλέγεται από τον Βασίλη Μαυρογεωργίου και τους συνεργάτες του η μεταφορά του έργου στο σήμερα με το σκηνικό του γραφείου να κάνει ευκολότερη τη συσχέτιση με αντίστοιχες εμπειρίες στον πραγματικό κόσμο. Αυτή η επιλογή ενισχύει τις χιουμοριστικές στιγμές του κειμένου και δυσχεραίνει σε έναν βαθμό τον συμβολικό του χαρακτήρα, που γίνεται εντονότερα εμφανής στα τελευταία λεπτά της παράστασης.

Εμβόλιμα στους διαλόγους βρίσκονται μεμονωμένες στιγμές απομόνωσης των δύο ηθοποιών σε διαφορετικούς χώρους με την υπεύθυνη να παραμένει στο γραφείο ( ταυτιζόμενη με την εταιρεία που αντιπροσωπεύει ) και την προσοχή να στρέφεται στην εργαζόμενη, με τις χορευτικές κινήσεις της Μαριλίτας Λαμπροπούλου υπό τους ήχους της μουσικής να δημιουργούν ένα σκηνοθετικό μοτίβο, το οποίο και λειτουργεί κυρίως ως ανάπαυλα στην εξέλιξη του έργου και όχι τόσο ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις σκηνές του. Αν και προσθέτουν αισθητικά, θα μπορούσαν αυτές οι "χορογραφίες" να είναι λιγότερο επαναλαμβανόμενες και περισσότερο ουσιαστικές ως προς τα νοήματα και τη συσχέτισή τους με το κείμενο.
Πολύ καλές οι παρουσίες και των δύο ηθοποιών με την Κάτια Γέρου να ερμηνεύει εξαιρετικά ένα διευθυντικό στέλεχος που λατρεύεις να μισείς, κρύβοντας πίσω από το χαμόγελο, τους ευγενικούς τρόπους και το καλοσυνάτο προσωπείο της την δίχως οίκτο εκμετάλλευση των υπαλλήλων της. Η Γέρου καταφέρνει να προκαλέσει το γέλιο με χαρακτηριστική άνεση, χωρίς όμως να μετατρέπει τον χαρακτήρα της σε καρικατούρα, πετυχαίνοντας, παράλληλα, μέσα από την αντίθεση μεταξύ της "καθησυχαστικής" παρουσίας της και των απάνθρωπων απαιτήσεών της, να αναδείξει το πώς η εξουσία μπορεί να ξεγελάσει και να παγιδεύσει, ενισχύοντας την ίδια στιγμή τον συναισθηματικό αντίκτυπο αυτής της επίδρασης στον ίδιο τον θεατή.
Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου μεταμορφώνεται με επιτυχία στη διάρκεια της παράστασης από τη φιλόδοξη νέα γυναίκα της έναρξης, που ερωτεύεται γεμάτη ενέργεια, όνειρα και ζωντάνια, στο κενό συναισθηματικά "κουφάρι", που έχει ενσωματωθεί πλήρως στην εταιρεία στον επίλογο. Η ρεαλιστικότερη προσέγγιση αυξάνει τις ερμηνευτικές απαιτήσεις κατά τη μετάβαση από την πιο χαλαρή έναρξη στις δραματικές στιγμές του κλεισίματος με την ισορροπία να είναι πολύ εύκολο να διαταραχτεί από "μικροατυχήματα" επί σκηνής, όπως και συνέβη, έστω και στιγμιαία, στην περίπτωσή μας.
Το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται πετυχημένο, αν και, παραδόξως, μας έμεινε μία περισσότερο ευχάριστη αίσθηση, παρά την τραγική εξέλιξη της ιστορίας. Ο άρτιος ρυθμός του πρώτου μισού της παράστασης, τα μουσικά "διαλείμματα" και η (πετυχημένη) ερμηνεία της Γέρου συνετέλεσαν σε αυτό το αποτέλεσμα, κάνοντας την εν λόγω μαύρη κωμωδία λιγότερο "μαύρη" από όσο περιμέναμε. Η εκτός θεάτρου πραγματικότητα δικαιολογεί εν μέρει αυτήν την επιλογή και αυτή την αίσθηση.

Κείμενο: Mike Bartlett / Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη
Παίζουν: Κάτια Γέρου, Μαριλίτα Λαμπροπούλου
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Θέατρο Άνεσις
Διάρκεια: 90' (χωρίς διάλειμμα)
Σάββατο 18:00 / Κυριακή 21:00
Τιμές Εισιτηρίων: Κανονικό 17€ / Φοιτητικό - Ανέργων - ΑΜεΑ 14€
Για περισσότερες πληροφορίες ( viva.gr ): Contractions - Όροι Συμβολαίου