Μία φλόγα και οι στάχτες της
Η ιδιαιτερότητα στην τελευταία δημιουργία της Céline Sciamma, που υπογράφει τη σκηνοθεσία και το σενάριο, δε βρίσκεται στην εξέλιξη της φαινομενικά απλοϊκής ιστορίας της, αλλά στον τρόπο απόδοσής της. H συνάντηση δύο γυναικών σε ένα απομονωμένο αρχοντικό στη Βρετάνη των τελών του 18ου αιώνα οδηγεί σε έναν προβλέψιμα αδιέξοδο έρωτα, μόνο με παρόν και χωρίς μέλλον. Η διαφορά έγκειται στην ευαισθησία με την οποία η Sciamma έχει φτιάξει την ταινία της, "χτίζοντας" με μοναδική δεξιοτεχνία μία από τις ομορφότερες ιστορίες αγάπης που έχουμε παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη, αναδεικνύοντας την αξία και το δικαίωμα στον έρωτα, πέρα από διακρίσεις, περιορισμούς και απαγορεύσεις.

Η Marianne ( Noémie Merlant ), ζωγράφος στο επάγγελμα, προσλαμβάνεται από την πλούσια κοντέσα ( Valeria Golino ) για να φτιάξει το γαμήλιο πορτρέτο της Héloïse ( Adèle Haenel ) με την τελευταία να αντιτίθεται στην ιδέα του να ξενιτευτεί στο Μιλάνο για να παντρευτεί έναν άγνωστο ευγενή, αντιμετωπίζοντας και το πένθος από τον πρόσφατο, απρόσμενο θάνατο της αδερφής της. Η πρόκληση έγκειται στο ότι αποκρύπτεται η επαγγελματική ιδιότητα της Marianne, που συστήνεται ως "παρέα" από τη χαροκαμένη μητέρα, μιας και η Héloïse έδιωξε τον προηγούμενο άντρα ζωγράφο με το που προσπάθησε απροκάλυπτα να της ζητήσει να ποζάρει.
Η ζωγραφική είναι μόνο η αφορμή για να μας περιγράψει η Sciamma τον έρωτα εν τη γενέσει του με την Marianne να παρατηρεί σπιθαμή προς σπιθαμή την εικόνα του ανυποψίαστου μοντέλου της κατά τη διάρκεια της ημέρας, για να τη μεταφέρει στον καμβά του δωματίου της υπό το φως των κεριών σαν νυχτώσει. Κάθε τους συνάντηση, διαδοχικές παρατηρήσεις και καταγραφές της μορφής της Héloïse με τα μάτια να διαγράφουν τις γραμμές του κορμιού και του προσώπου της. Οι λοβοί των αυτιών, ο λαιμός, τα μαλλιά, τα δάχτυλα των χεριών, τα χείλη, το χαμόγελο που δεν έρχεται, το βλέμμα, με τις σκέψεις και την κάμερα να "ερωτοτροπούν" ασυναίσθητα, θυμίζοντας το πρώτο σκίρτημα του έρωτα από εκείνη την κίνηση, εκείνο το χαρακτηριστικό, εκείνα τα τόσο μικρά και ασήμαντα που μεμονωμένα βλέπουμε στους πάντες, για να τα συναντήσουμε σε ένα και μοναδικό συνδυασμό στον άνθρωπό μας, με τρόπο που σημαδεύει ανεξίτηλα τη ζωή, "παγώνοντας" το χρόνο με την αλήθεια της στιγμής της.

Την εικόνα ακολουθούν οι λέξεις και οι σιωπές τους, δίνοντας μοναδικό ηχόχρωμα και ρυθμό στους διαλόγους, που παραπέμπουν σε στίχους ποιημάτων, με τις δύο γυναίκες να βρίσκονται σε απόλυτη ταύτιση και αρμονία μεταξύ τους, όπως συμβαίνει μονάχα σε εκείνες τις καρμικές συνευρέσεις, που υπερβαίνουν κάθε είδους λογική εξήγηση, μπροστά στην αβίαστη και αμοιβαία έλξη τους. Αναμενόμενα η "κινηματογραφική ποίηση" δεν είναι για όλους με τον κίνδυνο να κουράσει το έργο όσους προσπαθήσουν απλά να το καταλάβουν, χωρίς πρώτα να το νιώσουν, και την πλήξη να βρίσκεται προ των πυλών.
Η προσέγγιση της ταινίας μπορεί να συνοψιστεί στο πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται τον τίτλο της, με την κυριολεκτική σημασία του να σχετίζεται με το ημιτελές πορτρέτο του προκατόχου της Marianne, το οποίο καίγεται κατά λάθος από το κερί της στην προσπάθεια εκείνης να το εξετάσει από κοντά, όπως και με την καψαλισμένη άκρη του φορέματος της Héloïse σε άλλη σκηνή από τις πύρινες γλώσσες της φωτιάς που είχε στηθεί κατά τη διάρκεια νυχτερινής γιορτής, υπό τους ήχους του απρόσμενα απόκοσμου τραγουδιού των υπολοίπων κοριτσιών. Υπάρχει, όμως, και η μεταφορική προσέγγιση, βλέποντας τίτλο και ταινία "από τη θέση του ποιητή και όχι του ερωτευμένου", ως αναφορές στο πάθος του έρωτα και στη φλόγα που "λαμπάδιασε" τις καρδιές τους.

Η Sciamma ακολουθεί μία μινιμαλιστική προσέγγιση σε σενάριο, μουσική και σκηνικά, καταφέρνοντας να δείξει περισσότερα, χρησιμοποιώντας τα απολύτως απαραίτητα. Ένας παράφορος έρωτας χωρίς λογική, δράματα και κορυφώσεις. Ένα έργο γεμάτο ρυθμό και μουσικότητα στα καδραρισμένα πλάνα, τις σχεδόν χορογραφημένες κινήσεις των ηθοποιών και τις μεταξύ τους κουβέντες, με τη μουσική αυτή καθ' αυτή να υπάρχει ελάχιστες φορές και να προκύπτει εντελώς φυσικά μέσα από την ίδια την εξέλιξη της ιστορίας, συνυπάρχοντας οργανικά μαζί της. Μία ταινία εποχής με υποτυπώδη σκηνικά στο μεγαλύτερο μέρος της, με ένα καράβι στο ξεκίνημα και μία έπαυλη στη συνέχεια που ποτέ δε βλέπουμε, μένοντας στα κουστούμια, τη βάρκα και τα λιτά δωμάτια, έχοντας ως καταλληλότερο παρασκήνιο για τα κοντινά στα πρόσωπα και τα σώματα των πρωταγωνιστών τα κύματα της θάλασσας και την ένταση της φύσης. Σκηνές που βλέποντάς τες καρέ - καρέ παραπέμπουν σε πίνακες του Rembrandt και του Caspar Friedrich με εξαιρετική φωτογραφία και φωτισμό.
Πέρα από την ιστορία αγάπης υπάρχει το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, στο οποίο δε δίνεται έμφαση μέσω δημοσιοποιήσεων, εντάσεων ή δραματικών κορυφώσεων, επικεντρώνοντας στον έρωτα, το ξεκίνημα και τα όσα αφήνει πίσω του στο τέλος, με αποτέλεσμα την ανάδειξη των κοινών βιωμάτων και εμπειριών και την ευκολότερη ταύτιση των θεατών, πέρα από φύλο, εποχή και προτιμήσεις.

Παράλληλα, η ταινία αποτελεί μία δημιουργία με έντονο το θηλυκό στοιχείο μπροστά και πίσω από τις κάμερες, παρουσιάζοντας τον έρωτα μέσα από τη γυναικεία ματιά και αναδεικνύοντας τις διαχρονικές δυσκολίες των γυναικών στις πατριαρχικές κοινωνίες και αντιλήψεις, που διατηρούνται ως σήμερα. Η σκηνή στο ξεκίνημα, με την Marianne να βουτάει στην παγωμένη θάλασσα για να σώσει τον καμβά της, υπό τα βλέμματα των αντρών που την κοιτάζουν αδιάφορα, βολεμένοι στην ασφάλεια της βάρκας τους, είναι χαρακτηριστική για τα εμπόδια που είχε να υπερπηδήσει μία ζωγράφος της εποχής. Η απαγόρευση στο να μπορούν να ζωγραφίζουν οι γυναίκες αντρικά σώματα, που διατηρήθηκε μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, όπως έχουμε ήδη ξαναδεί, το γεγονός πως η Marianne υπέγραφε με το όνομα του, επίσης, ζωγράφου πατέρα της για να έχει το δικαίωμα στο να εκθέσει το έργο της, η σκηνή της έκτρωσης της υπηρέτριας και κοινής φίλης του ζευγαριού, το προξενιό της Héloïse και οι υπόνοιες πως η αδερφή της αυτοκτόνησε, γιατί οι δικοί της ήθελαν να έχει την ίδια τύχη με εκείνη.

Στο κλείσιμο έρχονται απανωτές σκηνές να "κουμπώσουν" τα όσα προηγήθηκαν, με την ιστορία της Marianne και της Héloïse να μετατρέπεται σε μία σύγχρονη κινηματογραφική εκδοχή του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης, τους πίνακες να κρύβουν τα δικά τους μηνύματα και τη μουσική του Καλοκαιριού από τις 4 Εποχές του Vivaldi να θυμίζει την καταιγίδα που κάποτε ξέσπασε, αφήνοντας τα ίχνη της, πριν να κοπάσει μπροστά στο προδιαγραφόμενο αδιέξοδο, ανασύροντας μνήμες από το πρόσφατο Call me by your Name.
Η διαφορά είναι πως αυτή τη φορά γνωρίζουμε πως στους απόλυτους έρωτες υπάρχει και η επιλογή του να κρατήσουμε την ανάμνηση του ανθρώπου μας με το βάρος της απώλειας που αυτό συνεπάγεται, γυρίζοντας το βλέμμα προς τα πίσω λίγο πριν να κλείσει οριστικά η πόρτα ανάμεσά μας.

Το Πορτρέτο μιας Γυναίκας που φλέγεται (2019) / Είδος: Δραματική, Αισθηματική / Σκηνοθεσία: Céline Sciamma / Διάρκεια: 121'
Το Trailer της ταινίας.
Για περισσότερες πληροφορίες: Portrait de la jeune fille en feu